papagalos

Χάρισαν τῆς Λέλας ἕνα μικρὸν καταπράσινο παπαγάλο. Τί χαρές, ποὺ ἔκανε ἡ Λέλα!

Ἀμέσως ἡ Λέλα τὸν ἔβγαλε Κοκό. Τοῦ ἀγόρασε ἕνα χρυσὸ κλουβὶ καὶ τὸν ἔβαλε μέσα.

Ὅλη τὴν ἡμέρα δὲν κάνει τίποτ’ ἄλλο, παρὰ νὰ περιποιῆται τὸν παπαγάλο της. Πότε τὸν ταΐζει, πότε τὸν ποτίζει, πότε τὸν χαϊδεύει, πότε παίζει μαζί του.

Μὰ καὶ τὴ νύχτα ἀκόμη ἡ Λέλα δὲν κοιμᾶται, ἂν δὲν πάρη τὸ κλουβὶ μὲ τὸν παπαγάλο κοντὰ στὸ κρεβάτι της. Γιατὶ μόλις ξυπνήση τὸ πρωὶ καὶ πρὶν ἀκόμη ντυθῆ, ἐννοεῖ νὰ παίξη πρῶτα μὲ τὸν Κοκό της.

Μ’ αὐτὸν ὅμως τὸν κύριο ἡ Λέλα παραμέλησε τὰ μαθήματά της καὶ ὅλα. Ἡ δασκάλα, ποὺ πηγαίνει σπίτι καὶ τῆς κάνει μάθημα, ἔχει μεγάλα παράπονα. Πότε ἡ Λέλα δὲν καταλαβαίνει τὴν ἀριθμητικὴ καὶ πότε δὲν προσέχει, ὅταν ἡ δασκάλα τῆς ἐξηγῆ τὴ γραμματική.

- Μὰ ποῦ ἔχεις λοιπὸν τὸ νοῦ σου; τὴ ρωτᾶ ἡ δασκάλα της.

- Ποῦ ἀλλοῦ παρὰ στὸν Κοκό της! Ἀποκρίνεται ἡ μαμά.

Τὴ μαλώνουν, τῆς βάζουν τιμωρίες, μὰ γι’ αὐτὸ δὲν πολυσκοτίζεται ἡ Λέλα. ῞Ἕνα μὸνο πράμα συλλογίζεται τώρα τὸ μικρὸ της μυαλὸ: Θὰ μιλὴση ὁ παπαγάλος της ἢ δὲ θὰ μιλὴση;

Ἄλλοι τῆς λένε ναί, ἄλλοι ὄχι. Καὶ ἡ Λέλα πὸτε ἐλπίζει καὶ πότε ἀπελπίζεται.

Ὡστόσο ὁ Κοκὸς μένει βουβὸς. Ξεφωνίζει μόνο καὶ κάπου κάπου σφυρίζει. Καμιὰ ὅμως λέξη δὲν πρόφερε ἀκόμη, ἂν καὶ ἡ Λέλα ὅλη μέρα τοῦ τρώει τ’ αὐτιά, γιὰ νὰ τὸν μάθη νὰ λέη: «Καλημέρα, Λέλα!... Παπαγάλο, θέλεις καφέ;» Μιὰ μέρα ἔτυχε νὰ πάη στὸ σπίτι της ἕνας καθηγητὴς τῆς Ζωολογίας.

- Αὐτὸς θὰ ξέρη νὰ σοῦ πῆ, ἂν θὰ μιλήση ὁ Κοκός, τῆς ψιθυρίζει ἡ μητέρα της.

Ἀμέσως ἡ Λέλα τοῦ φέρνει τὸν παπαγάλο, γιὰ νὰ τὸν ἰδῆ.

- Τί λέτε, κύριε, θὰ μιλήση;

- Ναί, ναί, ἀπαντᾶ ὁ καθηγητής˙ αὐτῆς τῆς ράτσας οἱ παπαγάλοι μιλοῦν. Μὰ ὁ δικός σας εἶναι μικρὸς ἀκὸμη. Δὲν πιστεύω νὰ εἶναι παραπάνω ἀπὸ δυὸ χρονῶ. Ἅμα πάη ἑπτά, τότε θὰ μιλήση.

- Μπά! φώναξε καταλυπημένη ἡ Λέλα. Πρέπει νὰ γίνη ἑπτὰ χρονῶ, γιὰ νὰ μιλήση; τὰ παιδάκια ἀπὸ ἑνὸς χρόνου μιλοῦν.
- Μὰ ὁ παπαγάλος σας δὲν εἶναι παιδάκι.

Ἡ Λέλα νομίζει, πὼς πρέπει νὰ περάσουν ὀκτὼ χρόνια ἀκόμα, γιὰ ν’ ἀκούση μιὰ λέξη ἁπὸ τὸν Κοκό της· γιατὶ δὲν ξέρει νὰ κάμη τὸ λογαριασμὸ, ν’ ἀφαιρέση δηλαδὴ ἀπὸ τὰ ἑπτά, ποὺ χρειάζονται, τὰ δυὸ ποὺ ἔχει ζήσει ὁ παπαγάλος. Τὸ διάστημα
τῆς φαίνεται πολὺ μεγάλο. ᾽Ελπίζει ὅμως, πὼς καὶ ὁ σοφὸς καθηγητὴς μπορεῖ νὰ κάνη λάθος.

- Δὲ βαριέσαι! Λέει. Μπορεῖ καὶ τώρα νὰ μιλήση. ῎Ἔπειτα, ποιὸς ξέρει πόσο χρονῶ εἶναι; Μήπως τὸν εἴδαμε, ποὺ γεννήθηκε;

Ἔτσι τὸ ζήτημα τῆς ἡμέρας στὸ σπίτι τῆς Λέλας ἦταν, ἂν θὰ μιλήση ὁ παπαγάλος ἢ ὄχι.

Ἔξαφνα μιὰ μέρα ἀκούστηκε νὰ μιλῆ... ποιός; ὁ Κοκός;... Ὄχι, ἕνας ἄλλος παπαγάλος.

Τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἡ Λέλα ἔκανε μάθημα μὲ τὴ δασκάλα της. ῞Ἔτυχε νὰ εἶναι μπροστὰ καὶ ἡ μαμὰ κι ἔξω στὸ διάδρομο τὸ χρυσὸ κλουβὶ μὲ τὸν παπαγάλο.

- Ἔλα, πὲς τὴν ἀριθμητική σου, εἶπε, ἡ δασκάλα.

Κι ἡ Λέλα ἄρχισε σὰν παπαγάλος:

- Δύο οἱ δύο τέσσερεις, δύο οἱ τρεῖς ἕξι, δύο οἱ τέσσερεις ὄκτώ.

- Στάσου! Τὴ σταμάτησε ἡ δασκάλα της. Σιγὰ σιγά. Γιά πές μου: Ἄν πάρης δυὸ αὐγά, ἀπὸ δυὸ δραχμὲς τὸ ἕνα, πόσο θὰ πληρώσης;

Ἡ Λέλα μιλιά!

Μὰ τώρα δὲν τὸ εἶπες, παιδί μου; Δύο οἱ δύο τέσσερεις;

- Ἡ Λέλα ἐξακολουθεῖ νὰ σωπαίνη.

- Ὁρίστε λοιπὸν ποὺ μίλησε ὁ παπαγάλος, λέει ἡ μητέρα παιριπαιχτικά.

Ἡ Λέλα πετάχτηκε:

- Μίλησε; πὸτε; ἐγὼ δὲν τὸν ἄκουσα.

- Ἄ, Λέλα μου, εἶπε ἡ μητέρα. Ὁ καλύτερος παπαγάλος εἶσαι σύ! Ἅμα μαθαίνης ἔτσι παπαγαλίστικα τὴν ἀριθμητική σου, τί θέλομε νὰ μιλήση ὁ Κοκός; Ἔτσι κι αὐτὸς θὰ λέη λόγια, χωρὶς νὰ τὰ καταλαβαίνη. Τὰ λὲς ἐσύ, δὲν πειράζει. Γειά σου, Λέλα  μου, παπαγαλάκι μου.

Ἡ Λέλα ἔμεινε μὲ τὸ στὸμα ἀνοιχτὸ κι ὁ Κοκὸς ἀπὸ τὸ κλουβί του ἔβγαλε μιὰ στριγγιὰ φωνή, σὰ νὰ τὴν περίπαιζε.

Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἡ Λέλα προσέχει περισσὸτερο στὴ δασκάλα της καὶ δὲ λέει τὸ μάθημά της, παπαγαλίστικα.

Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1948