Πᾶνε, πέρασαν πιὰ τὰ ὀπωρικά. Ἀπὸ πολὺν καιρὸ τελείωσε κι ὁ τρύγος, καὶ τὰ νέα κρασιὰ βράζουν μὲς στὰ βαρέλια. Οἱ κληματόβεργες στ’ ἀμπέλια ἀπομένουν γυμνές. Καὶ γύρω ἀπὸ τ’ ἀμπέλια οἱ συκιὲς ἁπλώνουν τὰ σταχτερὰ κλαδιά τους, σὰ μαρμαρωμένα ξερόκλαδα.

Τὰ σχολεῖα ἄνοιξαν καὶ τὰ παιδιὰ μὲ γέλια καὶ χαρὲς παίζουν στὸ προαύλιο. Τὰ πρωτοβρόχια καθάρισαν τὴ γῆ ἀπὸ τὰ ξερόχορτα τοῦ καλοκαιριοῦ. Τὰ ξεροπόταμα παράσυραν τὰ ξερὰ κλαδιά, πότισαν τοὺς διψασμένους ἀγροὺς κι ἀκολούθησε τὸ μικρὸ καλοκαιράκι. Πάλι λάμπει ὁ ἥλιος μὲ τὶς ζεστές του ἀκτίνες, τὰ χορταράκια ὁλοπράσινα στολίζουν τὶς ἄκρες τῶν ἀγρῶν καὶ τὰ χρυσάνθεμα, τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τ’ ἄνθη, στολίζουν τὸ μήνα Ὀκτώβριο, τὸν Ἁϊδημητρίτη, ὅπως λέει ὁ λαός.

Μόλις χαράζει στὴν ἀνατολὴ τὸ φῶς τῆς αὐγῆς κι ὁ παπα-Κωσταντὴς σήμανε τοὺς Τρεῖς ῾Ιεράρχες. Κι ὁ παπα Οἰκονόμος τῆς Παναγίας τὸν ἀκολούθησε ἀμέσως, σὰ νὰ τὸν περίμενε ἀπὸ ὣρα κρεμασμένος ἀπὸ τὴν καμπάνα.

Τὴν ὥρα ποὺ ἡ Πούλια ἡ ἀργυροκέντητη βρίσκεται στὸ μεσουράνημα, οἱ νησιωτοποῦλες παίρνουν στοὺς ὤμους τὰ κοφίνια μὲ τ’ ἀδειανὰ σακιὰ μέσα, περνοῦν καὶ τὰ καλάθια στὰ χέρια τους καὶ βγαίνουν πολλὲς μαζὶ στοὺς ἐλαιῶνες.

᾽Εκεῖ, στοὺς ἐλαιῶνες, συγκεντρώνεται τώρα τὸν Ἁϊδημητρίτη ὅλο τὸ χωριό. ᾽Εκεῖ τραγούδια καὶ χαρές, ἐκεῖ ἐργασία καὶ γέλια. ᾽Εκεῖ κι ὁ γερο - Δῆμος, ὁ πρωτονοικοκύρης τοῦ χωριοῦ, μὲ τὰ περιβόλια τ’ ἀλογάριαστα καὶ τοὺς πολλοὺς παραγιοὺς καὶ τὰ πολλὰ μουλάρια.

Χωμένος στοὺς ἐλαιῶνες μὲ τὴν ἐργατιά του μαζεύει ὁ γερο - Δῆμος τὶς ἐλιὲς ποὺ ἔπεσαν καταγῆς. Βιάζεται νὰ στείλη στὴ Θεσσαλονίκη τὸ πρῶτο λάδι μὲ τὸ καΐκι τοῦ καπετὰν Νικόλα τοῦ Παυλάκη.

Και γελοῦν τὰ μάτια τοῦ γερο -Δήμου καὶ γελοῦν τὰ χείλη του, γελοῦν καὶ τὰ σταχτιὰ μουστάκια του, τὰ μικρὰ καὶ ἀγκαθωτά. Τὴν ἴδια ὥρα κι ἡ πρωτονοικοκυρά, ἡ κυρα - Δήμαινα, ἑτοιμάζει στὸ καλυβόσπιτο τὸ πρωινὸ φαγητὸ γιὰ τὴν ἐργατιά. Μαγειρεύει τὰ καβούρια, ποὺ ἄναψε πυροφάνι καὶ σύναξε τὴ νύχτα ὁ γερο - Δῆμος στὸ ρέμα μὲ τοὺς δυὸ παραγιούς του.

-Ἄ, κορίτσια μου, γρήγορα καὶ μᾶς πῆρε ἡ νύχτα! Παρακινεῖ ὁ γερο-Δῆμος τὶς ἐργάτριες στὸ μάζεμα μὲ φωνὴ ζωηρή, ποὺ ἀντηχεῖ σ’ ὅλο τὸ βουνὸ καὶ σ’ ὅλο τὸ βαθύρεμα.

-Ἄ, κορίτσια, κι ἔγινε τὸ πιλάφι μας κι ἔγιναν καὶ τὰ καβούρια!Μάζεμα ελιάς

Χαρούμενες αὐτὲς καὶ πρόθυμες, σὰ νὰ ἦταν θυγατέρες του, μαζεύουν μιὰ μιὰ ἐλιὰ καὶ γεμίζουν τὶς ποδιές τους. Μ’ αὐτὲς γεμίζουν τὰ καλάθια καὶ ἀπὸ τὰ καλάθια τὶς ἀδειάζουν στὰ σακιά. Κι ὁ γερο-Δῆμος φορτώνει τὰ σακιὰ στὰ ζῶα του κι οἱ παραγιοί του τὰ ὁδηγοῦν καὶ τὰ ξεφορτώνουν στὸ λιοτριβιό του, ποὺ ἔχει κάτω στὴ χώρα.

Κι αὐτὸς μ’ ἕνα καλάθι μαζεύει τὶς ἐλιὲς ποὺ σκόρπισαν μακριὰ τ’ ἀνεμοβρόχια.

-Νὰ κι ἄλλη μαυρομάτα, κορίτσια, φωνάζει κάθε φορὰ ποὺ βρίσκει καὶ μαζεύει καμιὰ ἐλιά.

Καὶ τὰ κορίτσια γελοῦν ἀπὸ τὴ χαρά τους, ἀπὸ τὴ χαρὰ τοῦ ἀφέντη τους ποὺ ὅλο καὶ ξαναλέει:

-Οἱ καημένες οἱ μαυρομάτες! Ποῦ θέλετε νὰ μοῦ πᾶτε! Σᾶς ἀφήνω ἐγὼ νὰ μοῦ φύγετε;

Καὶ ὅλο τὸ χωριό, θαρρεῖς, γελᾶ καὶ χαίρεται μὲ τὶς χαρὲς καὶ τὰ γέλια τῆς ἐργατιᾶς.

Ὅταν περάση τὸ πρῶτο μάζεμα, ὥσπου νὰ ξαναφυσήξη ὁ βοριὰς καὶ ρίξη τὸ δεύτερο χέρι, ἀρχίζουν τὰ ὄμορφα βράδυα τῶν νυχτεριῶν στὸ ἐργατικὸ χωριό, ποὺ κάθεται στοὺς βράχους τῆς ἀκρογιαλιᾶς σὰν κλώσα.

Σχίζες ἀπὸ δαδὶ ἀναμμένες στὴ φωτογωνιὰ φέγγουν μὲ τὶς λαμπρὲς φλόγες. Κοντὰ καθισμένες οἱ νησιωτοποῦλες ἄλλες πλέκουν, ἄλλες γνέθουν, ἄλλες κεντοῦν κι ἡ γριὰ στ’ ἀπλωμένα πόδια της βάζει πάνω τὰ λανάρια της κι ἀρχίζει νὰ λαναρίζη τὰ μαλλιά. Αὐτὰ θὰ τὰ γνέση καὶ θὰ ὑφάνη τὰ χοντρὰ φασίδια τοῦ χειμώνα.

Στὶς μεγάλες ἀποθῆκες τοῦ γερο - Δήμου ξεκοκκίζουν σὲ ἀρκετὰ νυχτέρια τὸ ἀραποσίτι, ποὺ σύναξε ἀπὸ τοὺς ἀγρούς του. Βιάζεται νὰ ἑτοιμάση τὸν καρπὸ γιὰ τοὺς μύλους, ποὺ ἔχει στοῦ Ἀγᾶ τὸ ρέμα, νὰ μὴ μένουν ἀργοὶ τώρα μὲ τὰ πολλὰ νερὰ. Κι ἡ κυρα - Δήμαινα ἑτοιμάζει νὰ δώση σὲ ὅλους τὸ γλυκό της πετιμέζι, ποὺ ἔκαμε τὸν καιρὸ τοῦ τρύγου.

Οἱ ἐργάτριες μὲ τὰ δάχτυλα τῶν ποδιῶν τους στηρίζουν μιὰ χοντρὴ σιδερένια λεπίδα. Καὶ πέφτουν οἱ σπόροι τοῦ ἀραποσιτιοῦ κατακίτρινοι, σὰν κόκκοι κεχριμπαριοῦ μ’ ἕνα λευκό ματάκι.

Αὐτὴ ἡ μονότονη ἐργασία ἐξακολουθεῖ ὡς τὰ μεσάνυχτα ὥσπου νὰ λαλήση ὁ πρῶτος πετεινός· καμιὰ φορὰ καὶ πέρα ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα, γιατὶ οἱ ἱστορίες καὶ τὰ παραμύθια τοῦ γερο - Δήμου δὲν τελειώνουν τόσο γρήγορα.

Στὸ μεταξὺ πάλι φύσηξε ὁ βοριὰς κι ἔριξε καταγῆς ελιές. Καὶ πάλι οἱ ἐργάτριες βγαίνουν να συνάξουν το δεύτερο χέρι.

Τὸ βράδυ ἕνα σωρὸ μουλάρια κατεβαίνουν τὸν κατηφορικὸ ἐλαιώνα. Εἶναι τοῦ γερο - Δήμου, ποὺ κουβαλοῦν φορτώματα ἀπὸ ελιὲς στὸ χωριό. Καὶ βιάζονται τὰ ζῶα ἀγκομαχώντας στὸν κατήφορο, ἐδῶ νὰ πέσουν, ἐκεῖ νὰ σταθοῦν, σὰ μεθυσμένα. Καταϊδρωμένα φυσομανούν, κοντοστέκονται. Καὶ ἠχοῦν τὰ κουδούνια καὶ πλαταγοῦν τὰ μαστίγια τῶν ἀγωγιατῶν, ποὺ βιάζονται νὰ φτάσουν στὸ χωριό, νὰ κουβαλήσουν τὶς ελιές, μὴν μπῆ ὁ Σποριὰς μὲ τ’ ἀνεμοβρόχια.

Πηγή: ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ Δ' Δημοτικού 1946