Τὸ φθινόπωρο ἔφερε μαζί του τὴ βροχούλα καὶ τὴ δροσιά. Ὁ οὐρανὸς δὲν εἶναι ὅπως τὸ καλοκαίρι πάντα γαλάζιος. Συχνὰ τὸν σκεπάζουν μαῦρα σύννεφα καὶ τὰ πουλιὰ δὲν κελαηδοῦν πιὰ στὰ δέντρα. Τὰ μονοπάτια τοῦ δάσους εἶναι στρωμένα μὲ φύλλα ξερὰ καὶ τὰ γυμνὰ κλαδιὰ φαίνονται σὰ νὰ κρυώνουν.

Ὁ Θανάσης κι ἡ Εὐγενούλα, δυὸ μικρὰ παιδάκια ἀπὸ τὸ χωριό, ἀνεβαίνουν τὸν ἀνήφορο καὶ μπαίνουν στὸ δάσος Τοὺς στέλνει ἡ  μητέρα τους νὰ μαζέψουν φύλλα ξερά, γιὰ νὰ κοιμᾶται ἐπάνω ἡ Μοσχούλα, ἡ κατσικούλα τους καὶ νὰ μὴν κρυώνη.

Πολλὰ παιδιὰ ἔρχονται στὸ δάσος καὶ κάνουν πὼς δουλεύουν σὰν τοὺς μεγάλους, μόνο γιὰ νὰ παίξουν. Ὅμως αὐτὰ τὰ δυὸ παιδιὰ  δὲν ἦρθαν γιὰ παιχνίδι.

fthinopwro ergasies

Ὁ Θανάσης τραβᾶ τὸ καροτσάκι καὶ ἡ Εὐγενούλα ἔχει ἕνα μεγάλο τσουβάλι στὴν πλάτη της. Ἄρχισαν τὸ μάζεμα. Γιὰ νὰ γεμίση τὸ καροτσάκι καὶ τὸ τσουβάλι, πρέπει νὰ σκύψουν καὶ νὰ ξανασκύψουν πολλὲς φορές. Δουλεύουν μὲ καρδιά, ἱδρώνουν, κουράζονται. Δὲ σταματοῦν παρὰ μιὰ στιγμή, ποῦ καὶ ποῦ, γιὰ νὰ πάρουν ἀνάσα.

Νά καὶ ὁ ἥλιος, ποὺ βγαίνει καὶ φωτίζει τὰ σταχτερὰ σύννεφα! Τί ὡραῖο ποὺ εἶναι τώρα τὸ δάσος! Καὶ πῶς μοσκοβολᾶ τὸ βρεγμένο  χῶμα! Τὰ φύλλα, ποὺ μαζεύουν, εἶναι κόκκινα, κίτρινα, καφετιὰ κι ὅταν πέφτη ἐπάνω τους ὁ ἥλιος, φαίνονται σὰ χρυσά. Μαζεύουν ἀκόμη κάμποσες ἀγκαλιές. Γέμισε τὸ ἁμαξάκι, ξεχείλισε τὸ σακούλι.

Ξαναπαίρνουν τὸ δρὸμο τοῦ χωριοῦ.

Ὁ δρόμος εἶναι τώρα κατηφορικός. ῾Η Εὐγενούλα σκύβει ὁλοένα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ σακουλιοῦ. Ὁ Θανάσης ζεστάθηκε, κοκκίνησε. Τὰ δυὸ ἀδέρφια ἀποσταμένα σταμάτησαν καὶ κάθισαν λιγάκι, γιὰ νὰ ξεκουραστοῦν.

Αὔριο νὰ ξανάρθωμε, Θανάση, νὰ μαζέψωμε κουκουνάρες. Θὰ χρειαστοῦν τῆς μάνας τὸ χειμώνα γιὰ προσάναμμα, εἶπε ἡ  Εὐγενούλα.

- Νάρθωμε νὰ μαζέψωμε καὶ σαλιάγκους, εἶπε ὁ Θανάσης. Πόσους εἶδα ἐπάνω στὰ χόρτα! Θὰ τοὺς πᾶμε τῆς μάνας νὰ τοὺς  μαγειρέψη.

- Ὄχι, αὐτὸ δὲν εἶναι δική μας δουλειά. Μπορεῖ νάναι φαρμακεροί. Τοὺς σαλιάγκους καὶ τὰ μανιτάρια πρέπει νὰ τὰ γνωρίζη ἐκεῖνος,  ποὺ τὰ μαζεύει. Ὁ ἥλιος, ποὺ βγῆκε μὲς ἀπὸ τὰ σύννεφα, ζέστανε σιγὰ σιγὰ τὴν ἐξοχή. Τὰ παιδιὰ βλέπουν τὸ καλυβόσπιτό τους, ποὺ άσπρίζει ἀπὸ μακριά. Ἀπὸ τὴν καμινάδα του ξεφεύγει ἕνας ἐλαφρὸς καπνός.

Τὰ παιδιὰ ξέρουν τί θέλει νὰ πῆ αὐτὸς ὁ καπνός. Λέει, πὼς ἡ φασουλάδα βράζει στὴ φωτιὰ κι αὐτὸ τοὺς δίνει δύναμη. Λίγο ἀκόμα  καὶ ἔφτασαν.

Νάτην ἡ μητέρα τους, ποὺ τὰ περιμένει στὸ κατώφλι τῆς πόρτας. Τὰ βλέπει καὶ φωνάζει ἀπὸ μακριά:

- Καλῶστα τὰ παιδάκια μου. ᾽Ελᾶτε κι εἶν᾽ἕτοιμο τὸ φαΐ.

Ἄχ! τί νόστιμη ποὺ θὰ τοὺς φανῆ καὶ μὲ τί ὄρεξη θὰ φᾶνε αὐτὴ τὴ φασουλάδα, ποὺ τὴν κέρδισαν μὲ τὸν κὸπο τους οἱ μικροὶ  αὐτοὶ ἐργάτες!

 Πηγή: ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ Β Δημοτικοῦ σχολείου 1948