xelidonia

Ὁ Τάκης καὶ ἡ Νίνα ἐλυπόνταν, ποὺ ἔβλεπαν τὶς χελιδονοφωλιὲς ἀδειανὲς κι ἐρωτοῦσαν τὸν πατέρα τους:

- Πότε, πατέρα, θὰ ἔλθουν τὰ χελιδόνια; Γιατί ἀργοῦν;

- Ὅπου καὶ νὰ εἶναι, παιδιά μου, ἔρχονται. Ἅμα φθάσῃ ὁ Μάρτης, θὰ γεμίσουν πάλι οἱ φωλίτσες τους.

- Τί θὰ μᾶς φέρουν, πατέρα;

- Πολλὰ καλὰ θὰ μᾶς φέρουν. Τριαντάφυλλα, βιολέττες, κρίνα, γαρύφαλα. Θὰ εὐωδιάσῃ ὁ τόπος μὲ ὅλων τῶν λογιῶν τὶς  μυρωδιές. Ἡ γῆ θὰ στολισθῇ μὲ χαλιὰ πολύχρωμα καὶ καταπράσινα. Τὰ πουλιὰ αὐτὰ μᾶς φέρουν τὴν ἄνοιξι καὶ τὰ λουλούδια.

- Μᾶς φέρουν καὶ τὸ χαρούμενο τραγουδάκι τους, πατέρα, εἷπεν ἡ Νίνα.

Βέβαια, παιδί μου. Καὶ τὸ τραγούδι τους εἶναι μιὰ συντροφιὰ γιὰ τὸ σπίτι μας. Ἀπὸ τὸ πρωὶ ἓως τὸ βράδυ τραγουδοῦν ἀδιάκοπα. Μᾶς εὐχαριστοῦν, ποὺ τοὺς προσφέρομε στέγη.

Τὴν ἄλλη ἠμέρα ὁ Τάκης καὶ ἡ Νίνα ἐφώναξαν τὸ Χρῖστο, τὸν ὑπηρέτη τους. Οἱ τρεῖς μαζὶ κάτι ἐκρυφομίλησαν ἐκεῖ κοντὰ στὴν κληματαριά.

Τί εἶπαν; Κανένας, δὲν ἄκουσε. Ἀλλ᾽ ἀμέσως ὁ Χρῖστος ἐπῆρε μιὰ ψηλὴ σκάλα καὶ τὴν ἔβαλε κοντὰ στὸν τοῖχο τοῦ σπιτιοῦ. Ἐπάνω, ἐκεῖ στὴ στέγη, ἦταν τρεῖς φωλιὲς χελιδονιῶν. Ἦταν ἡ μιὰ κοντὰ στὴν ἄλλη.

Ὁ Χρῖστος προσεκτικὰ - προσεκτικὰ ἔβαλε τὸ χέρι καὶ τὶς ἐκαθάρισε. Ὅ,τι ἀπὸ τὴν πολυκαιρία εἶχε μαζευθῆ ἐκεῖ μέσα τὸ  ἐπέταξε. Στὶς δυὸ εἶχεν εὕρει ξυλαράκια λεπτά, ἄχυρα, πτερὰ καὶ ξεραμμένες κόρες ἀπὸ ψωμί.

Ὁ ὑπηρέτης ἐκατάλαβε τί εἶχε γίνει. Τὸν χειμῶνα, μὲ τὸ τσουχτερὸ κρύο, εἶχαν μείνει σ’ αὐτὲς σπουργῖτες. Τὰ τετραπέρατα πουλάκια ἐπερνοῦσαν ἐκεῖ τὶς ψυχρὲς νύκτες. Δὲν ἔμειναν νὰ ξεπαγιάσουν στὴ δική τους κακοφτειαγμένη φωλιά.

Ἔπειτα, σὰν ἦλθεν ὁ Μάρτης, μιὰ ἡμέραἀκούσθηκαν χαρούμενες φωνὲς χελιδονιῶν. Ὁ Τάκης καὶ ἡ Νίνα ἐπετάχθηκαν
γεμᾶτοι ἀπὸ χαρά. Μὲ πόση ἀγάπη ἔβλεπαν τ’ ἀγαπημένα τους πουλάκια! Μὰ κι ἐκεῖνα ἐφαίνοντο χαρούμενα.

Τσιριτσιτσίλπ... τσιριτσιτσίλπ... ἐκελαδοῦσαν, σὰν εἶδαν τὸν Τάκη καὶ τὴ Νίνα. Τί δὲν ἔλεγαν μ’ ἐκεῖνα τὰ κελαδήματα!

xelidonia1

Μιλοῦν γιὰ τὰ χελιδόνια.

Τὴν ἄλλη ἡμέρα στὸ σχολεῖο ὅλα τὰ παιδιὰ εἶχαν ὁμιλία γιὰ τὰ χελιδόνια. Ἐχάρηκαν, ποὺ τὰ εἶδαν νὰ ξαναγυρίζουν στὶς φωλιές τους.

- Σὲ μᾶς ἦλθαν δυὸ ζευγάρια, ἔλεγεν ἡ Καίτη. Ἐπετοῦσαν παντοῦ. Ἔβλεπαν ἀπ᾽ ὅλες τὶς μεριὲς τὸ σπίτι. Πέρυσι εἴχαμε μονάχα μιὰ φωλιά. Ἐφέτος τί λέτε; μπορεῖ νὰ κτίσουν καὶ δεύτερη;

Ὁ Κώστας, ποὺ ἤξερε καλύτερα, εἶπε.

- Αὐτὸ θὰ γίνῃ, Καίτη. Τὸ ἕνα ζευγάρι, ποὺ ἦταν στὸ σπίτι σας πέρυσι, ἔμεινε εὐχαριστημένο. Ἐφέτος ἐσύστησε καὶ στὸ ἄλλο ζευγάρι νὰ κτίσῃ κι ἐκεῖνο φωλιά. Θέλουν νὰ εἲναι μαζὶ συντροφιά. Ἄν τοὺς ἐχαλοῦσες τὴ φωλιά, νομίζεις πὼς θὰ ἔρχονταν κι ἐφέτος; - Κανένα δὲν θὰ ἐπατοῦσε, εἶπαν μερικὰ παιδιά.

Τὴν ὥρα, ποὺ ἡ Καίτη μὲ τὸν Κώστα ἔλεγαν αὐτά, λίγο πιὸ πέρα ἕνα παιδί, ὁ Νικολός, ἐκοκκίνισε. Σ’ αὐτοῦ τὸ σπίτι δὲν ἐπάτησε χελιδόνι. Δὲν ἀκούσθηκε χελιδονιοῦ λαλιά. Καὶ εἶχεν ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ ἕνα περιβόλι γεμᾶτο ἀπὸ λαχανικά. Θὰ  ἠμποροῦσαν ἐκεῖ τὰ χελιδόνια τόσες κάμπιες καὶ τόσα ζουζούνια νὰ καθαρίσουν.

Τὴν ὥρα, ποὺ ὁ Νικολὸς ἦταν κατακόκκινος, τὸν ἐρώτησεν ἡ Δεσποινιώ:

- Στὸ σπίτι σας ἦλθαν, Νικολό, χελιδόνια; Τί νὰ εἰπῇ ὅμως αὐτός; Ἐξερόβηξε λίγες φορὲς καὶ ἀποκρίθηκε:

- Ὄχι, δὲν ἧλθαν ἀκόμα. Φαίνεται πὼς τὸν Ἀπρίλη θὰ ἔλθουν. Καθυστέρησαν στὸ ταξίδι τους.

Ὁ Κώστας καὶ τὰ ἄλλα παιδιὰ τὸν ἐκοίταξαν περίεργα καὶ τοῦ εἶπαν:

- Τί λές, καημένε Νικολό; Ἔρχονται ποτὲ τὸν Ἀπρίλη χελιδόνια; Τὰ πουλιὰ αὐτὰ φεύγουν μαζὶ καὶ ξαναγυρίζουν μαζί. Ἄν δὲν ἧλθαν  τώρα τὸ Μάρτη στὸ σπίτι σας, δὲν θὰ ἔλθουν.

Ὁ Φάνης, ποὺ ἦταν γείτονας τοῦ Νικολοῦ, τὰ εἶπε πιὸ καθαρά:

- Μὰ καὶ πέρυσι, Νικολό, νομίζω, πὼς σὲ σᾶς δὲν ἦλθαν. Τὴν προπέρσινη χρονιά, θυμοῦμαι, τὰ ἐκυνήγησες. Ἐχάλασες τὴ φωλιά τους καὶ τὰ κακόμοιρα δὲν ξαναπάτησαν. Εἶχες μάλιστα κι ἕνα λάστιχο καὶ τὰ ἐσημάδευες. Πῶς περιμένεις τώρα νὰ ἔλθουν;

Ὁ Νικολὸς ἔσκυψε τὸ κεφάλι του καὶ δὲν εἶπε τίποτε. Τὰ λόγια, ποὺ τοῦ εἶπεν ὁ Φάνης, τοῦ εἶχαν γίνει τὴν ὥρα ἐκείνη ἕνα πολὺ καλὸ μάθημα.

Πηγή :Αναγνωστικό Β' Δημοτικού Σχολείου 1963