Ανοιξη

Ὁ σιδηρόδρομος στριγγλίζει. Ἀντίο Κόρινθος..

Εἶναι πολὺ ἀντικαλλιτεχνικὸ ἕνα ταξίδι μὲ τὴ μηχανὴ αὐτή, ποὺ τρώει τὰ χιλιόμετρα.

—Νίκο..... Μὴν ξεχάσεις τὴν ἐπιστολή.....

—Νὰ θυμηθῆς τὴ Μαριάνθη.....

—Πέρασε, ὅταν φτάσης στὴν Πάτρα ἀπὸ τὸ Σταμάτη.....

—Καὶ νὰ φορῆς τὸ παλτό σου.....

 

—Πρόσεχε..... Ἀντίο.....

Ἕνα μαντήλι ἀνεμίζει ἀκόμη ἐπάνω ἀπὸ τοὺς πασσάλους ποὺ σχηματίζουν ἕνα φράχτη γύρω στὸ σταθμό... Καὶ τὸ τραῖνο τρέχει...

Πέρα μακριὰ πρὸς τὸν κάμπο, ἀνθίζουν οἱ βερυκοκιὲς κι οἱ ροδακινιές. ῾Ο Κορινθιακὸς ἔχει γαλήνη ἀθανασίας. Τὰ βουνὰ τῆς Στερεᾶς, μὲ τὶς ἡρωικὲς κορυφὲς κοντὰ στὰ σύννεφα χιονισμένες, τὸν καμαρώνουν. ῞Ενα μόνο, μεγαλόπρεπο, ὁ Παρνασσός, δὲν καταδέχεται ν’ ἀτενίση τὸν κάμπο. Τὰ πόδια του στηρίζει μόνο ἐκεῖ, ἐνῶ ἡ κεφαλή του εἶναι χαμένη μέσα στὰ σύννεφα. Ἀπ’ ἐκεῖ βλέπει ἐπίμονα πρὸς τὰ βάθη τοῦ αἰθέρα. Τὰ πόδια του στὴ γῆ, ἡ κεφαλή του στὰ σύννεφα...

Ἄ! τί καπνὸς εἶναι ἐκεῖνος ἐκεῖ κάτω, ποὺ ὑψώνεται, σὰ θυσία δικαίου; Βγαίνει ἀπὸ τὴν καπνοδόχο ἑνὸς πλινθόχτιστου μικροῦ σπιτιοῦ μέσα ἀπὸ τὶς ἐλιές. Δὲν τὸ βλέπει κανεὶς ὁλόκληρο. Ἕνας ὑπομονητικὸς λόφος τὸ κρατεῖ στὴ ράχη του. ῾Ολόγυρά του ταπεινές, λίγο πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὸ χῶμα, εἶναι σπαρμένες καλυβίτσες ἀπὸ κλαριά. Τὴν εἰρηνικὴ αὐτὴν ἀγροτικὴ συνοικία στολίζουν οἱ ἄγριες πασχαλιὲς μὲ τὰ κλαριὰ ἀλύγιστα, φορτωμένα τοὺς ροδαλοὺς ἀνθούς. Εἶναι ἀνθισμένες ὡς τὸν τελευταῖο ἁρμό, ὡς τὸν κορμό... Χάρισέ μου μάτια, Θεέ μου, δέκα, πενήντα, ἑκατὸ νὰ τὶς χορτάσω.

Ἀκόμη πιὸ κάτω ἡ χιονάτη ἀγράμπελη μυρώνει τὸν αἰθέρα. Βλέπω, αἰσθάνομαι τὴν Ἄνοιξη. Φορεῖ τὴν πράσινη φορεσιά της καὶ τραγουδώντας σκορπᾶ τὰ μάγια της σὲ ὑψώματα, σὲ κάμπους, σὲ ρεματιές, σὲ σύδεντρα, στὴ χλόη, στὸ χωράφι, παντοῦ. Ἀκόμη κι ἐπάνω στὸ ἀχάριστο κούτσουρο, ποὺ ξεπετᾶ κι ἐκεῖνο ἓνα ἀνοιχτὸ πράσινο βλαστάρι.

Ἀλλὰ πόσο γρήγορα περνοῦμε!.... ῾Ο σιδηρόδρομος σφυρίζει καὶ ὁ Νίκος συλλογίζεται, πὼς θὰ παραμελήση τὶς παραγγελίες, ποὺ ἔλαβε.

Περνοῦμε, περνοῦμε. ῾Η βάρβαρη μηχανὴ βρίζει τὰ πάντα μὲ τὶς μουντζοῦρες της. ῝Ενα ἄλογο, ποὺ ἔβοσκε στὸ τριφύλλι, ξαφνίζεται καὶ πάει καλπάζοντας... ῞Ενα κριάρι, δεμένο σὲ μιὰ ἐλιά, φοβᾶται καὶ ἀπελπισμένο στριφογυρίζει, ὥσπου τὸ σχοινὶ τυλίγεται γύρω στὸν κορμὸ τοῦ δέντρου.

Περνοῦμε μικροὺς ἔρημους κολπίσκους. Ἀριστερὰ ὁ ἥλιος χρυσώνει τὰ νερά, ποὺ κατεβαίνουν ἀπὸ τὶς ψηλὲς κορυφές.

Μιὰ γριὰ χωρικὴ διαβαίνει τὸ ξεροπόταμο. Σέρνει μαζί της μιὰ προβατίνα καὶ τὰ δυὸ νεογέννητα παιδιά της τὴν ἀκολουθοῦν. ῞Ενα κοριτσάκι περπατεῖ στὴν ἀκροθαλασσιά, δίπλα ἀπὸ ἕνα μεγάλο περιβόλι.

Οἱ ἀχλαδιὲς εἶναι ἀνθισμένες, οἱ κερασιὲς τὸ ἴδιο, οἱ βερυκοκιὲς καὶ οἱ ροδακινιὲς τὸ ἴδιο. ῞Ολα τὰ δέντρα φοροῦν τὸ ἄσπρο ράσο καὶ ψάλλουν μυστικὰ ἕναν ὕμνο στὴ μεγάλη πηγή, ἀπ’ ὅπου κάθε ζωὴ χύνεται λαμπρὴ τὴν ἄνοιξη. Μόνο οἱ λεμονιὲς κι οἱ πορτοκαλιὲς προσμένουν νὰ λιώση τὸ χιόνι, γιὰ ν’ ἀνοίξουν, τὰ μπουμπούκια τους. ῎Α! Μάρτη. Διῶξε τὸ χιόνι ν’ ἀνθίσουν καὶ τὰ λουλούδια τῆς λεμονιᾶς. Δὲ βλέπεις, πὼς στέκεται λυπημένη;

Περνοῦμε, περνοῦμε. Τίποτε δὲ χορταίνει κανένας... Μόλις παρουσιαστῆ κάτι, χάνεται καὶ πάει... Καὶ εἶναι τόσα τοπία χαριτωμένα. ῎Ελεος, κύριε μηχανικέ, λίγο σιγώτερα νὰ κουβεντιάσωμε μὲ τὴν Ἄνοιξην Ἀλλὰ τοῦ κάκου· ὁ σιδηρόδρομος περνᾶ.

Συλλογίζομαι:

Πόσο ἡ ζωή μας μοιάζει ἕνα ταξίδι μὲ σιδηρόδρομο...

Τίποτε δὲν προφτάνομε νὰ ἰδοῦμε. Μόλις παρουσιάζεται κάτι, χάνεται καὶ πάει..

Ἔλεος, κύριε μηχανικέ!

Πηγή: Αναγνωστικό Στ' Δημοτικού Σχολείου 1939