Σχολική Ζωή
Ανοίγει το Σχολείο
῎Εφτασε ἡ 1η ᾽Οκτωβρίου. Τὴ λούζει ἕνας εὐχάριστος ἥλιος. Τὰ παιδιά μὲ καινούργιες ποδιές, μὲ τὴ σάκκα στὴν πλάτη, τρέχουν γιὰ τὸ σχολεῖο. Σὲ ὅποια γωνιὰ κι ἂν σταθῆς, θὰ ἰδῆς τὰ παιδάκια δυὸ - δυό, τρία - τρία ἢ κι ἀπὸ ἕνα - ἕνα νὰ χύνωνται στοὺς δρόμους, ποὺ ὁδηγοῦν στὸ σχολεῖο.
Περπατοῦν καμαρωτὰ - καμαρωτά, ὅλο γέλια καὶ χαρές. Φτάνουν στὸ σχολεῖο. Κοιτάξτε τί γίνεται! Τί χαρὲς καὶ τί χαιρετίσματα!
- Τί γίνεσαι, Κώστα;
- Πῶς πέρασες, Πᾶνο;
- Καλῶς την τὴν ῾Ελενίτσα!
- Πότε ἤρθατε Νίνα; ἀκοῦς δεξιὰ καὶ ἀριστερά· ὁ ἕνας χαιρετισμὸς πάνω στὸν ἄλλο!
Κι ἀρχίζουν ἀμέσως οἱ ἀτέλειωτες ὁμιλίες: -
Τί ὡραῖα, ποὺ περάσαμε στὸ βουνὸ!...
-᾽Εμεῖς ἐπήγαμε στὸ χωριὸ τοῦ παπποῦ!...
- ῾Η θάλασσα... τί ὄμορφη, ποὺ ἦταν ἡ θάλασσα!
-Ἄχ !... πότε πέρασαν κι ὅλα τρεῖς μῆνες;
῎Ετσι, καθὼς μιλοῦν τὰ παιδάκια, γεμᾶτα ὄρεξη καὶ χάρη, δὲ χορταίνει κανεὶς νὰ τὰ βλέπη.

Ἀλλὰ νά! κατεβαίνει στὴν αὐλὴ ὁ δάσκαλος, συνοδεύοντας τὸν Παπα - Δημήτρη, μὲ τὰ ὁλόασπρα γένεια.
῾Ο Παπούλης εὐλογεῖ μὲ ἀγάπη δεξιὰ κι ἀριστερά του τὰ παιδάκια· κι ὁ δάσκαλος χαμογελᾶ στὰ παιδιὰ καὶ στοὺς γονεῖς τους.
Στὸ μέσο τῆς αὐλῆς εἶναι ἕνα τραπέζι στρωμένο μὲ κατάλευκο τρα πεζομάνδηλο.
῾Ο παπᾶς πλησιάζει, στὸ τραπέζι. Φορεῖ τὸ χρυσοκεντημένο πετραχήλι του· βγάζει τὸ καλυμμαύχι, του καὶ τὸ τοποθετεῖ στὴν ἄκρη τοῦ τραπεζιοῦ. Στὴ μέση εἶναι κάτασπρη λεκάνη μὲ ὁλοκάθαρο νερό· καὶ δεξιὰ ὁλόχρυσος Σταυρός, μέσα σὲ μυρωδᾶτα βασιλικά.
Τὰ παιδιὰ βρέθηκαν στὴ στιγμὴ τοποθετημένα σὲ σχῆμα μεγάλου Π, γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ Ἁγιασμοῦ.
Δεξιὰ στὸ τραπέζι ἕνα παιδὶ ἀπὸ τὴν ἕκτη τάξη κρατεῖ καμαρωτὸ τὴν ὄμορφη Σημαία τοῦ σχολείου.
Αὐτὴ τὴ στιγμὴ οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου ξεπερνοῦν τὰ δέντρα τοῦ κήπου καὶ λούζουν τὴ Σημαία καὶ τὸ γέρο - παπᾶ.
Λάμπει ὁλόκληρος τώρα ὁ παπᾶς: Κι ἀμέσως ἀρχίζει: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».
Καί, ψάλλοντας, βαφτίζει τὸ Σταυρὸ κι ἁγιάζει τὸ νερό. Ραντίζει ἔπειτα γύρω κι ἁγιάζει τὸ δάσκαλο, ὅλα τὰ παιδάκια καὶ τοὺς ἐπισκέπτες.
Ὅλοι ἀσπάζονται τὸ Σταυρὸ καὶ φιλοῦν τὸ χέρι τοῦ παπᾶ. Κι ἑκεῖνος εὔχεται νὰ δώση ὁ Θεὸς σὲ ὅλους ὑγεία καὶ προκοπή.
Ἕνα παιδὶ λέει ὡραῖο ποίημα γιὰ τὴ Σημαία. Κι ὁ δάσκαλος δίνει συμβουλὲς στὰ παιδιά.
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ Ἁγιασμοῦ.
Αὔριο ἀρχίζουν οἱ ταχτικὲς ἐργασίες τοῦ σχολείου.
Πηγή: ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ γιὰ τὴ δευτέρα τάξη τοῦ δημοτικοῦ σχολείου
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1949
Χαρὲς καὶ γέλια.

Τὸ σχολεῖο ὁλοένα γεμίζει ἀπὸ παιδιά. Χαρὲς καὶ γέλια τώρα στὸ προαύλιο. Νὰ καὶ ἡ Κατῖνα, ἡ Φανή, ὁ Νῖκος, ὁ Κωστάκης. ῞Ολα τὰ καλὰ παιδιά. ῾Η γειτονιὰ τὰ καμαρώνει.Τὰ ἔχει σὰν δικά της παιδιά. ‘Η Νίνα φορεῖ τὸ ὡραῖο φορεματάκι της. Ἡ Κούλα ἦλθε μὲ ἄσπρη κορδελλίτσα στὰ μαλλιά.
῾Ο Θανασάκης καμαρώνει τὴν καινούργια σάκκα του.
- Μοῦ τὴν ἀγόρασε ὁ πατέρας. Εἶναι ὅλη ἀπὸ δέρμα, Ἔχει καὶ κλειδί, ποὺ κλειδώνει καὶ ξεκλειδώνει, λέγει καὶ ξαναλέγει ὁ Θανασάκης.
Σὲ λίγο κτυπᾷ τὸ καμπανάκι. Τὰ παιδιὰ μαζεύονται στὴν αἴθουσα. Γίνεται ἡ προσευχή.Ὁ καλὸς Θεὸς τὰ εὐλογεῖ. Ὁ δάσκαλος χαίρεται, ποὺ τὰ βλέπει μαζεμμένα.
- Καλῶς ἤλθατε, τοὺς λέγει, ἀγαπητά μου παιδιά. Δυόμισυ μῆνες ἔχομε νὰ ἰδωθοῦμε. Τώρα πάλι ξαναγυρίζομε ἐδῶ.
- Ὅπως, κύριε, γυρίζουν στὴ φωλιά τους τὰ χελιδόνια, λέγει ἡ Μαρίτσα.
- Ναί, παιδί μου. Ἐγυρίσαμε κι ἐμεῖς στὴ φωλιά μας, ὅπως τὰ χελιδόνια.
Μαζὶ μὲ τὸν δάσκαλο, ποὺ ἐχάρηκε, γιατὶ ἦλθαν στὸ σχολεῖο τὰ παιδιά, ἐχάρηκε κι ἕνας ἄλλος. Ξέρετε ποιός; Ὁ μπάρμπα-Φλῶρος, ποὺ πωλεῖ ζεστὰ ξεροψημένα κουλούρια. Ἅμα εἶδε, πὼς ἄνοιξε τὸ σχολεῖο, εἶπε χαρούμενος στἡ γυναῖκά του:
- Ἧλθαν, Μυρτούλα, πάλι τὰ παιδιά μας. Ἀπὸ αὔριο θ’ ἀρχίσωμε δουλειά. Ἐσὺ θὰ ζυμώνῃς κι ἐγὼ θὰ πωλῶ. Ἄς εἶναι δοξασμένος ὁ ἅγιος Θεός, ποὺ δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ πεινάσωμε.
Πηγή: ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ B' Δημοτικού 1963


