Πολὺ μεγάλες εἶναι οἱ χάρες, ποὺ χρεωστοῦμε στὸν Ἥλιο. Ἂς ἀφήσουμε τὸ καλοκαίρι, ποὺ ἡ ζέστη του καλοκαρδίζει ὅλους καὶ πρὸ πάντων ἐκείνους, ποὺ μένουν σὲ ψυχρὰ κλίματα. Τὸν χειμῶνα, ὅταν χιονίζῃ καὶ παγώνῃ κι οἱ νύκτες εἶναι μεγάλες καὶ μαῦρες καὶ παγερές, καμμιὰ φορὰ θὰ νομίζῃς, πὼς μᾶς ξέχασε. Ὅμως, θωρητὸς ἢ ἀθώρητος, ἐκεῖνος πάντα μᾶς ἔχει στὸ νοῦ του καὶ φροντίζει γιὰ τὴν καλοπέρασί μας, μὲ τρόπους ποὺ δὲν τοὺς σκεφθήκαμε ποτέ.
Ἂς σᾶς δώσω ἕνα παράδειγμα:
Σήμερα τὸ πρωῒ ξυπνήσατε νωρίς, ὅπως συνηθίζετε. Σ’ αὐτὴ τὴ χειμερινὴ ἐποχὴ ἦταν σκοτάδι ἀκόμη, ὅταν ξυπνήσατε, καὶ κρύος ἄνεμος φυσοῦσε ἔξω στοὺς δρόμους. Ἀφοῦ πλυθήκατε καλὰ καὶ ντυθήκατε, καθίσατε ὅλοι ὁλόγυρα στὸ τραπέζι μὲ τοὺς δικούς σας. Ἡ καλή σας μητέρα σᾶς ἄναψε μὲ τὰ ξύλα εὐχάριστη φωτιά, ποὺ σᾶς ζεσταίνει.
Στὴ φωτιὰ ἑτοιμάζεται ὁ καφές, ποὺ θὰ πιῆτε, πρὶν πᾶτε στὸ σχολεῖο σας, καὶ ψωμὶ ἕτοιμο κομμένο φέτες εἶναι κοντά σας, γιὰ νὰ βουτήξετε.
Μὰ θὰ μοῦ πῆτε: « Τί ἔχει νὰ κάμῃ ὁ καφὲς καὶ τὸ ψωμί, τὸ φῶς καὶ ἡ φωτιὰ μὲ τὸν Ἥλιο καὶ μὲ τὶς ἀκτῖνές του ».
Νά τί ἔχει νὰ κάμῃ:
Τὰ ξύλα ἔρχονται ἀπὸ τὸ δάσος καὶ τὸ δάσος ἔγινε γιατὶ κατεβαίνουν ἀκτῖνες ἀπὸ τὸν Ἥλιο καὶ τρέφουν τὰ δένδρα του. Ἡ ζέστη καὶ τὸ φῶς, ποὺ σκορπᾶ ὁ ῞Ηλιος τόσο μεγαλόδωρα, ρουφήχθηκαν ἀπὸ τὰ φύλλα τῶν φυτῶν καὶ ἀποθηκεύθηκαν μέσα στοὺς κορμούς. Κι ὅταν κόψαμε τὰ ξύλα καὶ τ’ ἀνάψαμε τὸ πρωῒ καὶ σκόρπιζαν μιὰ χαρά, ζέστη καὶ φῶς, αὐτὰ δὲν ἔκαναν τίποτε ἄλλο, παρὰ ξανάβγαζαν γιὰ μᾶς ἕνα μέρος ἀπὸ τὴν παρακαταθήκη ἐκείνη τῶν ἀκτίνων.
- Ἔτσι ὁ Ἥλιος βοήθησε σημαντικὰ στὴν καλοπέρασί μας, ἀφοῦ μᾶς προμήθευσε τὴ φωτιά, ποῦ μᾶς ζεσταίνει καὶ μᾶς βράζει τὸν καφέ.
Ὁ Ἥλιος ὅμως καὶ μὲ ἄλλον τρόπο ἀκόμη μᾶς χορήγησε τὸν πρω- ινό μας καφέ, γιατὶ μήπως δὲ γεννᾶ καὶ τὸν ἴδιο καφέ; Ὁ καφὲς ἔγινε σ’ ἄλλες πολὺ μακρινὲς χῶρες - ἴσως στὴ Βραζιλία, - ὅπου τὸ φυτὸ μεγάλωσε καὶ ἄνθισε ἀπὸ τὴ ζέστη τῶν ἀκτίνων. Ἔπειτα ἦρθε ἀπὸ τὴ Βραζιλία στὴν Εὐρώπη καὶ ἀπ’ ἐκεῖ σὲ μᾶς μὲ ἀτμόπλοιο. Ἀπὸ ἐδῶ τὰ καράβια τὸν μεταφέρουν σ’ ὅλα τὰ μικρότερα λιμάνια μὲ τὴ βοήθεια τῶν πανιῶν τους, ποὺ τὰ φουσκώνει ὁ ἄνεμος. Ὁ ἄνεμος εἶναι πέρασμα μεγάλων ὄγκων ἀπὸ ἀέρα, ποὺ σκορπίζονται ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τῆς γῆς ὣς τὸ ἄλλο.
Τί εἶναι ὅμως ἐκεῖνο, ποὺ κάνει τὸν ἀέρα νὰ φυσᾶ; Γιατὶ βέβαια δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ τρέχῃ ἐδῶ κι ἐκεῖ, χωρὶς νὰ τὸν σπρώχνῃ κάποια σημαντικὴ δύναμι. Ἐδῶ πάλι παρατηροῦμε τὴν ἐπίδρασι τοῦ Ἡλίου.
Μερικὰ μέρη τῆς γῆς ζεσταίνονται ἀπὸ τὸν Ἥλιο. Ὁ ἀέρας ρουφᾷ τὴ ζέστη ἀπὸ τὴ γῆ καὶ ζεσταίνεται. Ὁ ζεστὸς ἀέρας, ἐπειδὴ γίνεται ἀνάλαφρος, ἀνεβαίνει πρὸς τὰ ἐπάνω, ἐνῶ ἄλλος ἀέρας, δροσερώτερος ὁλοένα, ἔρχεται στὴ θέσι του, γιὰ νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ. Γιὰ νὰ τὸ κάμῃ ὅμως αὐτό, πρέπει φυσικὰ νὰ μετατοπισθῇ ἀπὸ ἕνα μέρος τῆς γῆς σὲ ἄλλο, κι ἔτσι γίνεται ἄνεμος. Αἰτία λοιπὸν νὰ γίνωνται οἱ ἄνεμοι τῆς γῆς εἶναι ὁ Ἥλιος.
Μὲ ὅμοιον τρόπο μποροῦμε νὰ ἐξηγήσωμε τὴ σχέσι τοῦ ζεστοῦ νεροῦ μὲ τὸν Ἥλιο. Τὸ νερὸ ζεσταίνεται ἐπάνω στὴ φωτιὰ καὶ τὴ φωτιὰ τὴν ἔκαμαν οἱ ἀκτῖνες. Ἔτσι βλέπομε, ὅτι ἡ θερμότητα τοῦ Ἡλίου ἔκαμε τὸ νερὸ νὰ βράσῃ.
Μὰ καὶ τὸ νερὸ τὸ ἴδιο ἢ ἦλθε ἀπὸ τὴ βρύση, ποὺ τὴν ἑνώνει μακρινὸς σωλήνας μὲ τὴν πηγή, ἢ ἀπὸ βαθὺ πηγάδι, ποὺ εἶναι στὴν αὐλή μας. Ἀπ’ ὅπου ὅμως κι ἂν τὸ πήραμε, ἡ ἀληθινή του ἀρχὴ δὲν εἶναι ἐδῶ κάτω στὴ γῆ, ἀλλὰ ἐπάνω στὸν οὐρανό.
Ὅλα τὰ νερὰ ἔρχονται ἀπὸ τὰ σύννεφα. Τὰ σύννεφα χύνουν κάτω τὴ βροχὴ - ἢ κάποτε τὸ χιόνι καὶ τὸ χαλάζι - καὶ τὸ νερὸ αὐτό, πέφτοντας κάτω, κατασταλάζει βαθειὰ μέσα στὴ γῆ καὶ γεμίζει τὰ πηγάδια μας καὶ τὶς πηγές. Τὸ νερὸ λοιπὸν τοῦ πρωϊνοῦ σας καφὲ βρίσκεται μέσα σὲ σύννεφα, ποὺ ἀρμένιζαν ψηλὰ στὸν οὐρανό.
Μὰ ἂς κοιτάξωμε ἀκόμη λίγο παραπέρα, γιὰ νὰ ἰδοῦμε ἀπὸ ποῦ ἔρχονται τὰ σύννεφα. Βέβαιο εἶναι, πὼς τὰ σύννεφα δὲν εἶναι ἄλλο τίποτε παρὰ ὑδρατμοί. Καὶ ἀφοῦ ρίχνουν ἀκατάπαυστα βροχὴ κάτω στὴ γῆ, πρέπει νὰ βρεθῇ τρόπος νὰ ξαναγεμίζῃ ἡ ἀποθήκη αὐτὴ τοῦ νεροῦ.
Ἐδῶ πάλι βρίσκομε τὸν καλό μας φίλο, τὸν Ἥλιο, ποὺ μᾶς βοηθεῖ κρυφά. Ρίχνει τὶς θερμές του ἀκτῖνες ἐπάνω στοὺς ὠκεανοὺς καὶ ἡ θερμότητα μεταμορφώνει μέρος τοῦ νεροῦ σὲ ἀτμό. Ὁ ἀτμός, ἐπειδὴ εἶναι ἐλαφρότερος, ἀνεβαίνει πολὺ ψηλά. Ἐκεῖ ὁ ἀτμὸς μεταμορφώνεται πάλι σὲ σύννεφα κι οἱ ἄνεμοι στέλνουν τὰ σύννεφα νὰ δροσίζουν τὶς διψασμένες στεριὲς τῆς γῆς.
Ἔτσι βλέπετε πῶς ὁ Ἥλιος μᾶς προμῆθεύει νερὸ ἀπὸ τοὺς μεγάλους ὠκεανούς, ποὺ σκεπάζουν τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς σφαίρας μας, καὶ τὸ στέλνει ἔπειτα μὲ τοὺς ἀνέμους νὰ γεμίσῃ τὶς πηγές μας.

Μὰ προσέξετε ἀκόμη καὶ μιὰν ἄλλη μικρὴ καλωσύνη τοῦ εὐεργέτου μας! Τὸ νερὸ τῶν ὠκεανῶν εἶναι ἁλμυρὸ καὶ μὲ ἁλμυρὸ νερὸ καφὲς βέβαια δὲν γίνεται. Ὁ Ἥλιος ὅμως, ὅταν σηκώνῃ τὸν ἀτμὸ ἀπὸ τὴ θάλασσα, ἀφήνει πολὺ στοχαστικὰ τὸ ἁλάτι καὶ μᾶς προμηθεύει γλυκὸ καὶ καθαρὸ νερό.

Πηγή  : Αναγνωστικό Ε' Δημοτικού 1955

Προσθήκη νέου σχολίου